επιχορηγία

η (AM ἐπιχορηγία)
επιχορήγηση
αρχ.-μσν.
βοήθεια, συμπαράσταση («διὰ τῆς ἐπιχορηγίας τοῡ πνεύματος»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιχορηγία — ἐπιχορηγίᾱ , ἐπιχορηγία supply fem nom/voc/acc dual ἐπιχορηγίᾱ , ἐπιχορηγία supply fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχορηγίᾳ — ἐπιχορηγίαι , ἐπιχορηγία supply fem nom/voc pl ἐπιχορηγίᾱͅ , ἐπιχορηγία supply fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιχορηγία — η η επιχορήγηση (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιχορηγίας — ἐπιχορηγίᾱς , ἐπιχορηγία supply fem acc pl ἐπιχορηγίᾱς , ἐπιχορηγία supply fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχορηγίαν — ἐπιχορηγίᾱν , ἐπιχορηγία supply fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχορηγίαις — ἐπιχορηγία supply fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.